Δεν υπάρχει καμία αντιστοιχία μεταξύ των στόχων που θέτει η μελέτη και των τελικών της προτάσεων. Ουσιαστικά απλά μεταφέρει όλες τις υφιστάμενες θεσμοθετημένες ζώνες (με εξαίρεση μάλιστα τη θεσμοθετημένη Γη Υψηλής Παραγικώτητας!) και υιοθετεί άκριτα και χωρίς καμία περαιτέρω επεξεργασία τις κατευθύνσεις του Περιφερειακού Χωρικού Σχεδιασμού, η περαιτέρω επεξεργασία των οποίων θα έπρεπε να αποτελεί βασικό της τμήμα.
Δεν προβλέπεται καμία επέμβαση στον ορεινό όγκο της κεντρικής Λευκάδας (οροπέδιο Σφακιωτών, Δ.Ε. Καρυάς), πέραν αναφορών σε ήδη υπάρχουσες χρήσεις και τοπικά προϊόντα, τη στιγμή που η ίδια ανάλυση αναφέρει σαν βασικό τομέα ανάπτυξης του νησιού τον τουρισμό, και συμπληρωματικά δραστηριότητες του πρωτογενή τομέα.
Αντίθετα ενθαρρύνεται η περαιτέρω τουριστική ανάπτυξη περιοχών που είναι ήδη ανεπτυγμένες, έως κορεσμένες: η περιοχή της Πόλης, ο άξονας Λυγιάς – Βλυχού, η Βασιλική. Σε όλες αυτές τις περιοχές προβλέπονται επιπλέον ζώνες ήπιας τουριστικής ανάπτυξης ή και μαζικού τουρισμού! Το γεγονός γίνεται περισσότερο ακατανόητο, αφού αυτές οι περιοχές έχουν όλες σχέδια πόλης (της Λυγιάς είναι υπό έγκριση), με μεγάλο αριθμό ακόμα αδόμητων οικοπέδων που θα μπορούσαν να υποδεχθούν τουριστικά καταλύματα, σε αντίθεση με τους μικρούς οικισμούς, οι οποίοι σύντομα προβλέπεται να επανέλθουν στα όρια που είχαν επί Τρικούπη. Στην περίπτωση της περιαστικής ζώνης της Πόλης η τουριστική ανάπτυξη προωθείται μάλιστα ακόμα και σε βάρος της θεσμοθετημένης Γης Υψηλής Παραγωγικότητας.
Δεν φαίνεται πουθενά η τάση για ισόρροπη ανάπτυξη συγκρίνοντας χαρακτηριστικές περιπτώσεις οριοθέτησης ζωνών ήπιας τουριστικής ανάπτυξης. Ενώ προτείνονται ζώνες ΠΕΧ2 γύρω από όλες τις ενδιαφέρουσες, γνωστές, και αξιόλογες (με τα κριτήρια που θέτει η μελέτη) παραλίες (Μικρός Γυαλός, Κάθισμα, Καλαμίτσι), δε συμβαίνει το ίδιο στην περιοχή πάνω από τις παραλίες Γιαλού, Εγκρεμνών και Πόρτο Κατσίκι. Η αβλεψία φαίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν αναλογιστεί κανείς ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής (Ναός Απόλλωνα στο Ακρωτήρι, ανασκαπτική ζώνη Αγ. Κυρήκου στον οικισμό Αθανίου) όχι απλώς δικαιολογούν, αλλά επιβάλλουν μια ζώνη ήπιας τουριστικής ανάπτυξης και εναλλακτικού τουρισμού. Η υπάρχουσα μελέτη ΣΧΟΑΑΠ πρώην Δ. Απολλωνίων που είναι εμφανώς πιο «δουλεμένη» από τον παρόντα σχεδιασμό μπορεί να θεωρηθεί σαν εξαιρετική αφετηρία.
Σε αντίθεση λοιπόν με τα προτεινόμενα, θεωρείται πιο λογικό οι ζώνες ήπιας τουριστικής ανάπτυξης, με συγκεκριμένο δηλ. αριθμό κλινών και έμφαση στον αγροτουρισμό, να οριοθετηθούν σε περιοχές πέραν των υφιστάμενων τουριστικών υποδοχέων, τόσο για τη δικαιότερη κατανομή της όποιας οικονομικής ανάπτυξης αλλά και για την ορθολογικότερη διανομή και κατανάλωση των απαραίτητων φυσικών πόρων.
Υιοθετείται άκριτα και χωρίς καμία αντιστοίχιση με τα πραγματικά δεδομένα μια τεράστια κτηνοτροφική ζώνη που ξεκινάει από τα όρια του οικισμού Κομηλιού και φτάνει σχεδόν μέχρι τον οικισμό της Νηράς, ικανή για την εκτροφή 25.000 αιγοπροβάτων σύμφωνα με τους γεωπόνους, ενώ στην περιοχή εκτρέφονται λιγότερα από 900. Η προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η συγκεκριμένη ζώνη θα φανεί σε τυχόν συρρίκνωση των ορίων των οικισμών Κομηλιού και Δραγάνου, στα οποία εφάπτεται η κτηνοτροφική ζώνη, και η οποία πλέον θα επεκταθεί σε θέσεις σημερινών κατοικημένων περιοχών.
Οριοθετούνται, σωστά, ζώνες παράκτιας προστασίας, σε απόσταση 300 περίπου μέτρων από την ακτή, σύμφωνα με τη μελέτη. Ο χάρτης είναι κι εδώ εντελώς ασαφής και αναντίστοιχος με τις παραμέτρους που θέτει το κείμενο, αφού φαίνεται να περιλαμβάνει περιοχές (ιδιαίτερα στην περιοχή του ακρωτηρίου) σε πολύ μεγαλύτερο βάθος από την ακτογραμμή, αλλά, το κυριότερο, με υψόμετρο άνω των 200μ!. Αν οι μελετητές θέλουν πραγματικά να προστατέψουν το οικοσύστημα σε τέτοιο ύψος από τη θάλασσα οφείλουν να προτείνουν την υπογειοποίηση των καλωδίων υψηλής τάσης που περνούν τόσο από τμήματα των ζωνών αυτών όσο και από περιοχές που προτείνουν να χαρακτηριστούν σαν τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η επιλογή των ζωνών αυτών φαίνεται να έγινε και πάλι τυχαία, αφού στην περίπτωση του ακρωτηρίου χαρακτηρίζεται σαν παράκτια ζώνη ότι απομένει από τις ζώνες τοπίων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και τις δασικές εκτάσεις, ενώ άλλες περιοχές στην ίδια μελέτη με εντελώς ανάλογα χαρακτηριστικά δεν απολαμβάνουν καμίας προστασίας από τους μελετητές (χαρακτηριστικά αναφέρω το «πόδι» του Μεγανησίου, το οποίο βρίσκεται μάλιστα σε περιοχή Natura).
Δε γίνεται καμία αναφορά στα οδικά δίκτυα που απαιτούνται για μια ορθολογική ανάπτυξη, εκτός από τη διαπλάτυνση του υφιστάμενου επαρχιακού δικτύου, μόνιμη ούτως ή άλλως απαίτηση των κατοίκων του νησιού.
Η παρότρυνση για παραγωγή νερού μέσω αφαλάτωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ελκυστική για ένα νησί που έχει άμεση πρόσβαση στην ηπειρωτική Ελλάδα. Με την ίδια λογική θα έπρεπε και η Αθήνα να μη μεταφέρει νερό από τόσο μακριά, όπως κάνει σήμερα, αλλά να στραφεί κι αυτή σε ανάλογες λύσεις. Η αφαλάτωση είναι εξαιρετικά ενεργοβόρος διαδικασία, και θα πρέπει να εξεταστεί μόνο σαν η τελευταία λύση. Αντίθετα, η υποχρεωτική κατασκευή υδατοδεξαμενής και ο περιορισμός της κατανάλωσης για όλες τις ιδιοκτησίες εκτός σχεδίου (πιθανός περιορισμός κολυμβητικών δεξαμενών) θα πρέπει να εξεταστούν σε αυτή τη φάση. Και σίγουρα η πιθανότητα αξιοποίησης της υφιστάμενης λιμνοδεξαμενής της Καρυάς, με οποιαδήποτε έργα χρειαστούν.
Λόγω μεγέθους του νησιού, μορφολογίας, διασποράς των οικισμών και γειτνίασης με οικιστικές ζώνες όλων σχεδόν των ορεινών όγκων της Λευκάδας, η κατασκευή αιολικών πάρκων δε θα πρέπει καν να αποτελέσει αντικείμενο της μελέτης, από τη στιγμή μάλιστα που η χώρα έχει υπερκαλύψει όλους τους στόχους σε ΑΠΕ. Είναι ανησυχητική η αναφορά στη χωροθέτηση ΑΠΕ στα μικρά νησιά και βραχονησίδες, είναι προφανές ότι οι μελετητές δεν έχουν άμεση αντίληψη των συγκεκριμένων νησιών.
Η οριοθέτηση χώρου λήψης αδρανών υλικών στο Δράγανο είναι εντελώς απαράδεκτη. Στο ίδιο χώρο σήμερα βρίσκεται ένα θαυμάσιο πλέγμα ξερολιθιών, από τα πιο όμορφα και μεγαλύτερα σε έκταση σε όλο τον ορεινό όγκο της Λευκάδας, σχηματισμών που η ίδια η μελέτη έχει θέσει σα στόχο την προστασία τους. Η γειτνίαση (γύρω στα 350μ) με τον οικισμό του Δραγάνου καθιστά επίσης απαγορευτική οποιαδήποτε τέτοια σκέψη.
Η γενική αίσθηση που αφήνει η μελέτη του προτεινόμενου σεναρίου 2, και βλέποντας τον ανεπαρκή χάρτη που τη συνοδεύει (μη καθαρά όρια ζωνών, αλληλοτεμνόμενες ζώνες, οριοθέτηση ζωνών με περιγράμματα ελλείψεων), είναι ότι οι περιοχές που έχουν αναπτυχθεί τουριστικά προτείνεται να αναπτυχθούν ακόμα περισσότερο, ενώ οι περισσότερες από τις περιοχές που έχουν ανάγκη παροτρύνσεων είτε μένουν ουσιαστικά στάσιμες (ορεινός όγκος) ή προτείνεται η περαιτέρω μείωση των δραστηριοτήτων τους (ΝΔ Λευκάδα). Οι μελετητές φαίνεται να έκαναν τις όποιες προτάσεις πατώντας πάνω στα διοικητικά όρια των πρώην Δήμων. Θεώρησαν δηλαδή, σχηματικά, ότι με το να προτείνουν μια συγκεκριμένη δραστηριότητα στη Βασιλική επηρεάζεται όλος ο πρώην Δήμος Απολλωνίων. Έλλειμμα στην τουριστική ανάπτυξη είδαν στον πρώην Δήμο Απολλωνίων, τουριστικές ζώνες στη Βασιλική και στην Αμμούσα πρότειναν. Και στο Δράγανο λατομείο.