Κατά την εκπόνηση της Μελέτης Πολεοδομικού Σχεδιασμού (ΜΠΣ) του Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (ΕΠΣ) Δυτικών Κυκλάδων, η Διοίκηση όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Συντάγματος και τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, να προβεί σε συνολική, ειδική και επιστημονικά τεκμηριωμένη αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων που αφορούν την περιοχή μελέτης, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη προϋφιστάμενες, συναφείς και αξιόπιστες επιστημονικές μελέτες.
Ωστόσο, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης ΜΠΣ δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη, ούτε καν μνημονεύεται, η εξειδικευμένη επιστημονική μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με τίτλο «Πράσινη και Γαλάζια Ανάπτυξη – Νέες Αναπτυξιακές Προοπτικές για τις Νησιωτικές Περιοχές: Η Περίπτωση της Μήλου» (2015), η οποία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Τομέα Γεωγραφίας και Περιφερειακού Σχεδιασμού της Σχολής Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών και αφορά άμεσα και αποκλειστικά την περιοχή της Μήλου
ΠΡΑΣΙΝΗ ΚΑΙ ΓΑΛΑΖΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΝΕ…
.
Η εν λόγω μελέτη, προερχόμενη από ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα και κινούμενη στο ίδιο επιστημονικό πεδίο με την υπό κρίση ΜΠΣ, περιλαμβάνει αναλυτική αποτύπωση της φυσικής, χωρικής και αναπτυξιακής φυσιογνωμίας της Μήλου, καθώς και επεξεργασία εναλλακτικών σεναρίων βιώσιμης ανάπτυξης, με έμφαση στην παράκτια ζώνη, στα ευαίσθητα οικοσυστήματα και στην αρχή της συνδυασμένης προστασίας και ήπιας αξιοποίησης («πράσινη και γαλάζια ανάπτυξη»).
Ειδικότερα, η ανωτέρω επιστημονική μελέτη δεν εισηγείται την επιβολή οριζόντιων και εκτεταμένων ζωνών απόλυτης απαγόρευσης στην παράκτια ζώνη της Μήλου, αλλά προκρίνει στοχευμένες και λειτουργικές παρεμβάσεις, προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, βάσει ειδικής ανάλυσης και μικροκλίμακας. Η προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται ουσιωδώς από τη ρύθμιση της ΜΠΣ, η οποία, αποκλειστικά για τη βόρεια Μήλο και την περιοχή του Σαρακήνικου, προβλέπει ζώνη απολύτου προστασίας εκτεινόμενη σε απόσταση 250–300 μέτρων από τον αιγιαλό.
Παρά ταύτα, η ΜΠΣ:
δεν αναφέρει,
δεν αξιολογεί,
ούτε αντικρούει τεκμηριωμένα
τα πορίσματα της ανωτέρω μελέτης του ΕΜΠ, ούτε αιτιολογεί για ποιο λόγο επιλέγεται μια τόσο εκτεταμένη και δυσμενής ρύθμιση, κατά απόκλιση από υφιστάμενες επιστημονικές προσεγγίσεις που αφορούν την ίδια περιοχή.
Η παράλειψη αυτή συνιστά παράλειψη συνεκτίμησης ουσιώδους στοιχείου του διοικητικού φακέλου, καθιστά την αιτιολογία της ΜΠΣ ελλιπή και μη νόμιμη, και οδηγεί στην επιβολή χωροταξικού περιορισμού χωρίς την απαιτούμενη ειδική και επιστημονικά τεκμηριωμένη βάση.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η επίμαχη ρύθμιση παραβιάζει τις επιταγές του άρθρου 24 του Συντάγματος, την αρχή της αναλογικότητας και την υποχρέωση ειδικής αιτιολογίας των χωροταξικών περιορισμών, και είναι για τον λόγο αυτό ακυρωτέα.