ΕΠΣ ΔΗΜΟΥ ΝΑΞΟΥ ΚΑΙ ΜΙΚΡΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ - ΔΗΜΟΥ ΑΝΤΙΠΑΡΟΥ

Δημοτικές Ενότητες: ΔΕ ΑΝΤΙΠΑΡΟΥ,ΔΕ ΔΟΝΟΥΣΑΣ,ΔΕ ΗΡΑΚΛΕΙΑΣ,ΔΕ ΚΟΥΦΟΝΗΣΙΩΝ,ΔΕ ΣΧΟΙΝΟΥΣΑΣ

...
Χωρική ανάπτυξη Αντιπάρου

Ως μόνιμη κάτοικος και δημότης Αντιπάρου, θα ήθελα να καταθέσω ορισμένες σκέψεις και προβληματισμούς σχετικά με τα προτεινόμενα εναλλακτικά σχέδια χωρικής οργάνωσης, με ιδιαίτερη έμφαση στις προβλέψεις για την περιοχή του Κάμπου.
Καταρχάς, θεωρώ ότι οι πηγές και τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε η μελέτη δεν αποτυπώνουν με ρεαλισμό την υφιστάμενη πληθυσμιακή, οικιστική και επαγγελματική πραγματικότητα του νησιού μας. Ο αριθμός των κατοικιών που αξιοποιούνται για τουριστική εκμετάλλευση είναι σαφώς μεγαλύτερος από αυτόν που εμφανίζεται στα επίσημα στοιχεία. Ως αποτέλεσμα, πολλές κατοικίες που χαρακτηρίζονται ως «εξοχικές» ή «Β’ κατοικίες» λειτουργούν ουσιαστικά ως τουριστικά καταλύματα. Η αναντιστοιχία αυτή αλλοιώνει την εικόνα της επαγγελματικής διάρθρωσης του πληθυσμού, υποεκτιμώντας το ποσοστό των κατοίκων που δραστηριοποιούνται – κύρια ή συμπληρωματικά – στον τριτογενή τομέα.
Παράλληλα, προκαλεί εύλογη απορία το συμπέρασμα ότι δεν προκύπτουν νέες ανάγκες στην εκπαίδευση. Είναι κοινή γνώση ότι οι σχολικές αίθουσες τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν επαρκούν ήδη για την κάλυψη των υφιστάμενων αναγκών. Με τη συνεχή αύξηση του πραγματικού (αν και όχι πάντοτε καταγεγραμμένου) πληθυσμού, οι ανάγκες αυτές θα οξυνθούν. Η ενίσχυση των σχολικών υποδομών, είτε μέσω δημιουργίας νέων αιθουσών είτε μέσω ανέγερσης νέων σχολικών εγκαταστάσεων, δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για το βιώσιμο μέλλον της Αντιπάρου. Το μέλλον του τόπου μας είναι τα παιδιά του.
Επιπλέον, απουσιάζει από τα προτεινόμενα σχέδια οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα της πρόσβασης σε παραλίες. Σήμερα υπάρχει εκτεταμένη παράκτια ζώνη, από την παραλία των Γλυφών έως τον Άκακο, η οποία παραμένει ουσιαστικά μη προσβάσιμη για τους πολίτες. Πρόκειται για ένα ζήτημα με έντονη κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση, που οφείλει να εξεταστεί σοβαρά στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου χωρικού σχεδιασμού, ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα ελεύθερης και νόμιμης πρόσβασης στον αιγιαλό.
Ωστόσο, το σημαντικότερο ζήτημα αφορά τις προτάσεις για την περιοχή του Κάμπου.
Στη μελέτη αναφέρεται ότι ο αγροτικός τομέας αντιπροσωπεύει μόλις το 6% της επαγγελματικής απασχόλησης των κατοίκων, γεγονός που καταδεικνύει την ισχνή παρουσία του πρωτογενούς τομέα στη σημερινή οικονομική δομή του νησιού. Παρ’ όλα αυτά, προτείνεται ο χαρακτηρισμός ολόκληρης της περιοχής του Κάμπου ως αγροτικής ζώνης, με σημαντικούς περιορισμούς στη δόμηση.
Η πρόταση αυτή εμφανίζεται αντιφατική και μη τεκμηριωμένη. Η περιορισμένη αγροτική δραστηριότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη διαθέσιμης γης ή σε πολεοδομικούς περιορισμούς, αλλά κυρίως στη συνειδητή επαγγελματική επιλογή των κατοίκων να δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς, κυρίως στον τουρισμό. Ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως αγροτικής δεν εγγυάται την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα, ιδίως όταν δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες κοινωνικοοικονομικές προϋποθέσεις.
Περαιτέρω, στη μελέτη επισημαίνεται ότι οι δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα παρουσιάζουν «υψηλή & ακραία τρωτότητα» λόγω της κλιματικής αλλαγής. Εφόσον αναγνωρίζεται η αυξημένη επισφάλεια και η κλιματική ευπάθεια των αγροτικών δραστηριοτήτων, πώς μπορεί να δικαιολογηθεί ο χαρακτηρισμός μιας ολόκληρης περιοχής ως αγροτικής, δεσμεύοντας την αναπτυξιακή της προοπτική σε έναν τομέα που χαρακτηρίζεται από τόσο υψηλό βαθμό αβεβαιότητας;
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι ο Κάμπος χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα ως «οριοθετημένος οικισμός» και ως «οικισμός προ του 1923», ιδιότητες που αναγνωρίζουν τον ιστορικό και οικιστικό του χαρακτήρα. Αντί να ενισχυθεί αυτός ο χαρακτήρας με ένα σαφές και ισορροπημένο πλαίσιο ήπιας και ελεγχόμενης δόμησης, προτείνεται ένας αυστηρός αγροτικός χαρακτηρισμός που ουσιαστικά παγώνει κάθε δυνατότητα ορθολογικής εξέλιξης.
Θεωρώ ότι θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα δόμησης με συγκεκριμένους, αυστηρούς και ποιοτικούς όρους, που να διασφαλίζουν:
• τον σεβασμό στην κλίμακα και την αρχιτεκτονική ταυτότητα του οικισμού,
• τη διατήρηση του φυσικού τοπίου,
• τον περιορισμό της άναρχης ανάπτυξης,
• και την εξυπηρέτηση πραγματικών στεγαστικών αναγκών.
Η απόλυτη αγροτική δέσμευση της περιοχής δεν συνάδει ούτε με την υφιστάμενη οικονομική πραγματικότητα ούτε με τον ιστορικό της χαρακτήρα ούτε με τις κλιματικές προκλήσεις που αναγνωρίζονται στη μελέτη. Ένας σύγχρονος χωρικός σχεδιασμός οφείλει να είναι ρεαλιστικός, τεκμηριωμένος και προσαρμοσμένος στις πραγματικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, όχι να επιβάλλει κατευθύνσεις που δεν εδράζονται στην κοινωνικοοικονομική δυναμική του τόπου.
Με σεβασμό στη διαδικασία του διαλόγου, καταθέτω τις παραπάνω σκέψεις με την ελπίδα ότι θα ληφθούν ουσιαστικά υπόψη πριν από τη λήψη οριστικών αποφάσεων που θα καθορίσουν το μέλλον της Αντιπάρου και ιδιαίτερα του Κάμπου.