Σας λέω αυτή τη μικρή ιστορία, που είναι απόλυτη πραγματικότητα. Δεν ξέρω καλά τα μέσα για να τη δημοσιεύσω, και έτσι αναλαμβάνει το έργο αυτό ο γιος μου. Ελπίζω αυτά που θα σας γράψω να τα πάρετε πολύ σοβαρά, γιατί σας μιλάει μια ντόπια που μεγάλωσε εδώ, που θέλει να μείνουν κι άλλοι ντόπιοι στο νησί, να δουλεύουν τα καΐκια τους τις περιουσιες τους και να βγάζουν μεροκάματο για τα παιδιά τους, ώστε να επενδύσουν σήμερα στον τόπο τους και να συνεχίσουν την παράδοση.
Με λένε Γεωργία Ρουμελιώτη Βασσάλου, κόρη του μεγαλύτερου και καλύτερου ναυπηγού των Κυκλάδων, Νικήτα Βασσάλου, ο οποίος έφτιαξε το πρώτο ναυπηγείο των Κυκλάδων στο κουφονησ . Πέτρα-πέτρα, ξύλο-ξύλο, μαζί κουβαλούσα τις πέτρες και τα ξύλα για να στηθεί αυτή η επιχείρηση. Ήταν παράνομη, αλλά δεν είχαμε και νόμους, και παρόλα αυτά προσπαθήσαμε.
Και παρόλα αυτά, αυτός ο τόπος κρατήθηκε. Με ήθη, έθιμα και αρχές. Χωρίς κανένα πολύπλοκο πολεοδομικό σχέδιο ή μοντέλο. Χωρίς όλους αυτούς τους υπουργούς και τις δημόσιες υπηρεσίες. Δυστυχώς, το μόνο που τώρα φαίνεται να θέλουν είναι να δημιουργήσουν προβληματισμό στον τόπο μας και στους ανθρώπους που μένουν εδώ χειμώνα-καλοκαίρι, επενδύοντας το παραμικρό ευρώ στον τόπο τους, για να συνεχίσει να ζει και να αναπτύσσεται.
Οι ψαράδες συντηρούσαν τα καΐκια τους, και ο πατέρας μου, ο Νικήτας, τα φρόντιζε σαν παιδιά του. Δεν είχαμε μοντέλα, είχαμε όμως καρδιά, κόπο και αγάπη για τον τόπο μας. Και έτσι, από τα χέρια κουρασμένα αλλά γεμάτα γνώση και μεράκι, ο τόπος προχώρησε και έφτασε εδώ που έφτασε χάρη σε εμάς — στα χέρια των ανθρώπων που ζούμε και αναπνέουμε εδώ — και όχι χάρη σε όσους έρχονται από έξω ή σε όσους μας δείχνουν «μοντέλα τύπου Ευρώπης».
Δυστυχώς, έχουμε και τις δημόσιες υπηρεσίες. Και λυπάμαι που το λέω, αλλά η αλήθεια είναι αυτή: συχνά είναι με το μέρος των πλουσίων και όχι με το μέρος των ντόπιων, που χειμώνα-καλοκαίρι παλεύουν για τον τόπο αυτό, για τις οικογένειές τους και για τα παιδιά τους.
Μεγάλωσα δίπλα στον πατέρα μου, όχι σαν κόρη, αλλά σαν γιος. Κουβαλούσα ξύλα, έφτιαχνα καΐκια, δούλευα χειμώνα και καλοκαίρι πλάι του. Μαζί επιβεβαιώναμε τους ψαράδες μας, ώστε και αυτοί με τη σειρά τους να ζήσουν στον τόπο τους, να κάνουν οικογένειες και να συνεχίσουν τη ζωή τους εδώ.
Αυτός ο τόπος δεν είναι απλώς χώμα και πέτρα. Είναι οι άνθρωποί του. Οι οικογένειες που μεγαλώνουν εδώ, οι μαθητές που έμαθαν δίπλα στον πατέρα μου τη δουλειά του, οι τεχνίτες που συνεχίζουν την παράδοση. Κάθε ξύλο που σηκώναμε, κάθε καΐκι που φτιάχναμε, κάθε εργασία που τελείωνε ήταν μια υπόσχεση για το μέλλον αυτού του τόπου.
Σήμερα μας παρουσιάζουν «σενάρια», «μοντέλα ανάπτυξης», τύπου Ευρώπης. Μας μιλούν για σχέδια που δεν καταλαβαίνουμε, με όρους και γλώσσα που δεν μας αγγίζουν. Αλλά εμείς ζούμε εδώ, αναπνέουμε τον αέρα και την αρμύρα του τόπου μας. Εμείς ξέρουμε ότι αυτά τα μοντέλα δεν χωράνε εδώ. ΔΕΝ ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ . Ο τόπος μας χρειάζεται ανθρώπους δεμένους μαζί του, όχι χαρτιά και μελέτες που δεν ξέρουμε πώς να εφαρμόσουμε.
Θέλουμε να συνεχίσουμε όπως πάντα: να δουλεύουμε με τα παιδιά μας, να μάθουμε στους νέους τη γνώση και την εμπειρία που μας άφησε ο πατέρας μου, να προστατεύσουμε τη θάλασσα, τη γη, τα καΐκια, τα σπίτια Της επιχείρησης μας και τις παραδόσεις μας. Να δώσουμε στα παιδιά μας τη δυνατότητα να ζήσουν εδώ, να κάνουν οικογένεια, να βρουν τη γη τους και να χτίσουν τη ζωή τους όπως κάναμε κι εμείς.
Αυτός είναι ο τρόπος που ο τόπος μας θα πάει μπροστά. Με τους ανθρώπους του, όχι με μοντέλα άλλων περιοχών ή ιδιοκτησίες που δεν ξέρουμε πώς να χειριστούμε. Ακούστε τη φωνή μας. Δώστε μας χρόνο, δώστε μας σεβασμό. Εμείς ξέρουμε πώς να αγαπήσουμε και να προστατεύσουμε το νησί μας, γιατί είμαστε δεμένοι μαζί του, όπως και οι γενιές που προηγήθηκαν.
Με εκτίμηση,
Γεωργία Ρουμελιώτη Βασσάλου
Κόρη του ναυπηγού Νικήτα Βασσάλου από το Κουφονησι