Η τουριστική ανάπτυξη παρουσιάζεται συχνά ως μονόδρομος για την οικονομική ευημερία των νησιών. Ωστόσο, η συνεχής και ολοένα αυξανόμενη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, σε συνδυασμό με τον υπερτουρισμό, εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τη βιωσιμότητα αυτού του μοντέλου — τόσο περιβαλλοντικά όσο και κοινωνικοοικονομικά.
Η υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας ενός νησιωτικού οικοσυστήματος έχει μετρήσιμες συνέπειες: υποβάθμιση φυσικών πόρων (νερό, έδαφος, ακτές), αύξηση απορριμμάτων, πίεση στις υποδομές, αλλοίωση του τοπίου και, τελικά, μείωση της ποιότητας ζωής των μόνιμων κατοίκων. Το περιβαλλοντικό κόστος δεν είναι αφηρημένο· μεταφράζεται σε πραγματικές απώλειες που συχνά καλείται να διαχειριστεί η τοπική κοινωνία, χωρίς αντίστοιχα οφέλη.
Παράλληλα, η οικονομική διάσταση του υπερτουρισμού δεν είναι τόσο θετική όσο συχνά παρουσιάζεται. Το κυρίαρχο αφήγημα ότι οι μεγάλες τουριστικές μονάδες «ενισχύουν την οικονομία» αγνοεί τη διανομή του παραγόμενου πλούτου. Στην πράξη, οι μεγάλες μονάδες ανήκουν συνήθως σε εξωτοπικα επιχειρηματικά σχήματα, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος των κερδών να μην παραμένει στον τόπο.
Αντίθετα, οι μικρότερης κλίμακας τουριστικές μονάδες είναι κατά κανόνα επενδύσεις τοπικών επιχειρηματιών. Αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα επανεπενδύονται στην τοπική οικονομία, στηρίζοντας άμεσα την απασχόληση και τη βιωσιμότητα της κοινότητας.
Επιπλέον, οι μικρότερης κλίμακας ξενοδοχειακές μονάδες προσελκύουν επισκέπτες με διάθεση να γνωρίσουν τον τόπο: να κινηθούν στο νησί, να χρησιμοποιήσουν ταξί ή ενοικιαζόμενα οχήματα, να επισκεφθούν τοπικά εμπορικά καταστήματα και καταστήματα εστίασης. Έτσι, το οικονομικό όφελος διαχέεται σε περισσότερους κλάδους. Σε αντίθεση με το μοντέλο των μεγάλων μονάδων που καρπώνεται σχεδόν αποκλειστικά τη δαπάνη του επισκέπτη.
Σημαντική είναι και η σχέση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή. Οι μικρότερες μονάδες, επενδύοντας στην ποιότητα και στην αυθεντικότητα του προϊόντος τους, έχουν μεγαλύτερη τάση να συνεργάζονται με τοπικούς παραγωγούς και προμηθευτές. Αντίθετα, οι μεγάλες μονάδες λειτουργούν με αυστηρές πολιτικές χαμηλού κόστους, επιλέγοντας τοπικά προϊόντα μόνο εφόσον αυτά εξυπηρετούν το εκάστοτε “low food cost policy”, περιορίζοντας έτσι τη στήριξη της τοπικής αγροδιατροφικής αλυσίδας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επιμονή στη συνεχή δημιουργία μεγάλων τουριστικών μονάδων ως δήθεν αναπτυξιακή στρατηγική μοιάζει περισσότερο με ένα κεντρικά διαμορφωμένο αφήγημα, που εστιάζει στη συνολική εικόνα της χώρας (αφίξεις, έσοδα, στατιστικοί δείκτες), αγνοώντας τις τοπικές αντοχές και ανάγκες. Τα νησιά, ωστόσο, επωμίζονται δυσανάλογα υψηλό περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος, χωρίς να απολαμβάνουν αντίστοιχα και βιώσιμα οφέλη.
Η συζήτηση για το μέλλον του τουρισμού δεν είναι συζήτηση «κατά της ανάπτυξης», αλλά υπέρ μιας ανάπτυξης που σέβεται τα όρια του τόπου, προστατεύει τους φυσικούς πόρους και ενισχύει ουσιαστικά την τοπική κοινωνία και οικονομία. Χωρίς αυτή τη μετατόπιση, ο υπερτουρισμός κινδυνεύει να υπονομεύσει ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι έρχεται να ενισχύσει: τη βιωσιμότητα και την ταυτότητα των νησιών.
Μάνος Παπακωνσταντίνου
Απόφοιτος Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Απόφοιτος Leeds University Business School
Ιδιοκτήτης τοπικού εστιατορίου της Κω