Τα προτεινόμενα Σενάρια 2Δ και 3, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια βασική χωρική λογική «αστικού πυρήνα – προστατευμένης περιφέρειας». Παράλληλα, η παρουσίαση των σεναρίων δεν είναι ακόμη αρκετά σαφής ως προς τις πρακτικές συνέπειες των προτεινόμενων ζωνών, τους όρους δόμησης, τις επιτρεπόμενες χρήσεις και τα δικαιώματα που θα ισχύουν σε κάθε περιοχή, γεγονός που καθιστά δύσκολη μια ουσιαστική σύγκριση μεταξύ 2Δ και 3.
Για τον λόγο αυτό, η βασική μου πρόταση δεν είναι απλώς η επιλογή ενός από τα δύο, αλλά η εξέταση ενός διαφορετικού και πιο ολοκληρωμένου μοντέλου χωρικού σχεδιασμού για την Αίγινα, βασισμένου σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ σημαντικό να διευρυνθεί και η έννοια της «ανάπτυξης»: ανάπτυξη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη περισσότερη δόμηση ή μεγαλύτερη ένταση χρήσεων, αλλά μπορεί να σημαίνει ένα διαφορετικό μοντέλο οργάνωσης του νησιού, στο οποίο η οικονομική δραστηριότητα, η γεωργία, ο τουρισμός, η προστασία του περιβάλλοντος και η ποιότητα ζωής αλληλοστηρίζονται.
Κατά την άποψή μου, η οικονομική ανάπτυξη και η περιβαλλοντική προστασία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικοί στόχοι, αλλά ως στοιχεία ενός συστήματος που μπορεί να δημιουργεί οικονομική αξία διατηρώντας παράλληλα τη φυσική και παραγωγική βάση του νησιού. Αυτό προϋποθέτει έναν χωρικό σχεδιασμό που συνδέει την κατοικία, τον τουρισμό και τις μικτές χρήσεις με τη γεωργία, το νερό, τα ρέματα, τους υγροτόπους και το φυσικό και αγροτικό τοπίο, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις επιπτώσεις της ανάπτυξης στην παράκτια ζώνη και στα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πόση και πού θα γίνει νέα δόμηση, αλλά ποιο συνολικό μοντέλο ανάπτυξης μπορεί να επιτρέψει στα διαφορετικά στοιχεία της Αίγινας να ενισχύουν το ένα το άλλο μακροπρόθεσμα.
Οι βασικές παρατηρήσεις και οι αναλυτικές προτάσεις μου παρουσιάζονται στο ακόλουθο κείμενο