Στο πλαίσιο του Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου και της επιδιωκόμενης προστασίας του τοπίου και του ιδιαίτερου φυσικού χαρακτήρα των νησιών, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί με επιστημονικά και χωρικά κριτήρια το ζήτημα των υπόσκαφων κτισμάτων.
Τα υπόσκαφα κτίσματα, όταν σχεδιάζονται και υλοποιούνται υπό αυστηρούς όρους και σε κατάλληλες γεωμορφολογικές και γεωτεχνικές συνθήκες, μπορούν να αποτελέσουν εργαλείο μείωσης της οπτικής όχλησης, περιορισμού της επιφανειακής κάλυψης και καλύτερης προσαρμογής στο φυσικό ανάγλυφο, σε σύγκριση με συμβατικές μορφές δόμησης.
Περαιτέρω, η υπόσκαφη δόμηση συνιστά παραδοσιακό τρόπο κατασκευής στη Μήλο και ευρύτερα στο Κυκλαδικό περιβάλλον, ιστορικά συνδεδεμένο με την άμβλυνση των θερμοκρασιακών καταπονήσεων τόσο των κατασκευών όσο και των κατοικούντων. Η αξιοποίηση της θερμικής αδράνειας του εδάφους οδηγεί εκ φύσεως σε βιοκλιματικές λύσεις, με μειωμένες ενεργειακές ανάγκες και βελτιωμένες συνθήκες διαβίωσης, στοιχείο απολύτως εναρμονισμένο με τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης και της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Για τους λόγους αυτούς, αντί της οριζόντιας απαγόρευσης ή της άκριτης αποδοχής, προτείνεται το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο να προβλέψει σαφές και αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο για τα υπόσκαφα κτίσματα, με:
ειδική αξιολόγηση καταλληλότητας ανά περιοχή,
γεωτεχνικά και υδρολογικά κριτήρια,
περιορισμούς όγκου και έκτασης,
μορφολογικούς κανόνες ένταξης στο τοπίο.
Μια τέτοια προσέγγιση επιτρέπει την ισόρροπη στάθμιση μεταξύ προστασίας του τοπίου, σεβασμού της τοπικής αρχιτεκτονικής παράδοσης και σύγχρονων βιοκλιματικών απαιτήσεων, αποφεύγοντας τόσο την ανεξέλεγκτη εφαρμογή όσο και τον πλήρη αποκλεισμό μιας μορφής δόμησης που, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των συνολικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.