Οι προτεινόμενες για τουριστική ανάπτυξη περιοχές Πλατύ Γιαλού-Φάρου, αλλά και του Βαθιού, όπως και πολλά ακόμη σημεία στο νησί, δομούνται με εντατικούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα το τοπίο να έχει ήδη επιβαρυνθεί σε μεγάλο βαθμό. Είναι επομένως κρίσιμο να διευκρινιστεί πώς νοείται η ζώνη τουριστικής ανάπτυξης, έστω και ήπιας. Για ποιας κλίμακας μονάδες μιλάμε, με ποιες απαραίτητες για την λειτουργία τους υποστηρικτικές υποδομές, με τι αντίκτυπο στο φυσικό και το δομημένο περιβάλλον.
Είναι σημαντικό να προστατευθεί η φυσιογνωμία του νησιού στο οποίο δεν μπορούν να ενταχθούν ομαλά μεγάλες τουριστικές μονάδες ή τουριστικά καταλύματα με σύγχρονες, ξένες προς τα τοπικώς κρατούντα πρότυπα αρχιτεκτονικές μορφές (π.χ. «υπόσκαφες» οικοδομές), με πολλές συνοδές υποδομές (π.χ. κολυμβητικές δεξαμενές ασύμβατες με το περιβάλλον ενός άνυδρου νησιού) και εκτεταμένες διαμορφώσεις, που έρχονται σε αντίθεση με τον παραδοσιακό τρόπο οργάνωσης του χώρου και διαχείρισης του τοπίου. Υπενθυμίζεται ότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν σημαντικά μνημεία-τοπόσημα του νησιού (Παναγία Χρυσοπηγή, Παναγία του Βουνού, Άσπρος Πύργος …), αλλά και άλλα μεμονωμένα (αρχαίοι πύργοι, ξωκλήσια) που θα πρέπει να προστατευθούν τόσο τα ίδια όσο και το περιβάλλον τους.
Γενικά, είναι σημαντικό να τεθούν σαφείς και αυστηροί περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση, και για την προστασία του ανθρωπογενούς τοπίου. Θημωνιές και λοιπές αγροτικές κατασκευές, μονοπάτια και ξερολιθιές, παρά την μη ομοιογενή κατάσταση διατήρησής τους, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της μακραίωνης ανθρώπινης παρουσίας και διαμόρφωσης της σιφναϊκής υπαίθρου από τον αγροτικό πληθυσμό της. Η κατασκευή τους ανάγεται συχνά στην προ του 1830 περίοδο, παρά τις προφανείς επεμβάσεις/επισκευές που αναπόφευκτα δέχθηκαν στο πέρασμα των χρόνων, και ως εκ τούτου προστατεύονται αυτοδίκαια από τον ισχύοντα Αρχαιολογικό Νόμο. Επιπλέον, δεδομένου ότι η τέχνη της ξερολιθιάς περιλαμβάνεται τόσο στο εθνικό ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, όσο και στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, η προστασία των υλικών αποτυπωμάτων της στο χώρο υπόκειται και σε υπερεθνικές δεσμεύσεις, όπως αυτές υπαγορεύονται από το πλαίσιο προστασίας της UNESCO για την άυλη πολιτιστική κληρονομιά.
Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα και για την προστασία των παραδοσιακών προεπαναστατικών κεντρικών οικισμών. Στη Σίφνο, εκτός του οικισμού/αρχαιολογικού χώρου του Κάστρου, που παρουσιάζει διαχρονική κατοίκηση από την αρχαιότητα έως σήμερα, τα χωριά -εννέα ή δέκα τον αριθμό-, με σκόρπια αγροτικά σπίτια, έχουν σχηματιστεί ήδη από τον 17ο αιώνα, ενώ, από τις αρχές του 18ου αιώνα, γνωρίζουμε πλέον και τα ονόματά τους (Εξάμπελα, Καταβατή, Πετάλι και, κυριότερα, το Σταυρί –η σημερινή Απολλωνία– και ο Αρτεμώνας). Η τόσο ιδιαίτερη πολεοδομική δομή τους, ως ενός πλέγματος οικισμών σε γραμμική διάταξη, αλλά διακριτών μεταξύ τους, διαμορφώνεται τον 19ο αιώνα. Η όποια τυχόν επέκταση θα πρέπει να είναι λελογισμένη και πλήρως τεκμηριωμένη, προκειμένου να αποτραπεί περαιτέρω αλλοίωση από υπέρμετρη διόγκωση, δεδομένου ότι ως αποτέλεσμα της οικοδομικής δραστηριότητας των τελευταίων χρόνων τα όρια μεταξύ των κεντρικών οικισμών γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα.
Προτείνονται:
• Πρόβλεψη κινήτρων για την αποκατάσταση και επανάχρηση εγκαταλελειμμένων κτιρίων εντός των οικισμών ή αγροτικών κτισμάτων της υπαίθρου, για κατοικία ή φιλοξενία ήπιων τουριστικών χρήσεων, στο πλαίσιο του υφιστάμενου πλαισίου προστασίας (αρχαιολογικός νόμος, διατάγματα προστασίας παραδοσιακών οικισμών …).
•Αυστηροί περιορισμοί για την αποτροπή της διάσπαρτης και εντατικής οικοδομικής εκμετάλλευσης.
•Προβλέψεις για την απαγόρευση ιδιωτικής πολεοδόμησης αλλά και ασύμβατων προς την κλίμακα του νησιού στρατηγικών επενδύσεων.
• Καθολική απαγόρευση της υπόσκαφης δόμησης, που πληγώνει ανεπανόρθωτα το φυσικό τοπίο. Ας μην ξεχνάμε ότι κάποτε η Σίφνος χαρακτηρίστηκε τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους για την αρχιτεκτονική της.
•Απαγόρευση της κατασκευής κολυμβητικών δεξαμενών (με την εξαίρεση οργανωμένων ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων), ως στοιχείου απολύτως ξένου προς την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και ασύμβατου με το ανθρωπογενές τοπίο της άνυδρης υπαίθρου.
• Υποστήριξη ήπιων, ειδικών και εναλλακτικών μορφών τουρισμού και παράλληλα υποστήριξη της δραστηριότητας σε πρωτογενή και δευτερογενή τομέα (ας μην ξεχνάμε την περίφημη σιφνέικη αγγειοπλαστική τέχνη) για την ενίσχυση την τοπικής οικονομίας.