Ο ∆ήµος χαρακτηρίζεται από πλούσιο φυσικό περιβάλλον που περιλαμβάνει στα βόρεια, το νότιο (καταληκτικό) τμήμα της λεκάνης των Σερρών, στα ανατολικά το λοφώδες ανάγλυφο του Μαυροβουνίου και τον ορεινό όγκο του Παγγαίου, στα νότια - κεντρικά τα στενά της Αμφίπολης, το βύθισμα του Στρυµονικού κόλπου και τις εκβολές του Στρυµόνα ποταμού και στα δυτικά τις λοφώδεις απολήξεις του όρους Κερδυλίων μέχρι την θάλασσα (Στρυµονικός κόλπος). Αξίζει να σημειωθεί ότι η περιοχή έχει σπάνια χλωρίδα και πανίδα που προστατεύεται από το δίκτυο «Natura 2000». Στο ∆έλτα του ποταμού Στρυμόνα κοντά στην Αμφίπολη υπάρχει ένας μικρός υγροβιότοπος που φιλοξενεί κάθε χρόνο σημαντικό αριθμό υδρόβιων και παρυδάτιων πτηνών.
Από τα κυριότερα υδατικά στοιχεία του ∆ήµου Αμφίπολης είναι ο ποταμός Στρυμόνας και συγκεκριμένα οι εκβολές του. Ο Ποταμός Στρυμόνας έχει συνολικό μήκος 360 χιλιόμετρα από τα οποία 242 βρίσκονται σε βουλγαρικό έδαφος και 118 σε ελληνικό, όπου ρέει αποκλειστικά στο έδαφος του νομού Σερρών και μαζί µε τον Αγγίτη, που είναι ο κυριότερος ελληνικός παραπόταμος του, ανήκουν στην υδρογραφική λεκάνη της ανατολικής Μακεδονίας. Στις εκβολές του Στρυμόνα ποταμού στον κόλπο υπάρχει η ιχθυόσκαλα µε πρόχειρα κατασκευασμένες προβλήτες των αλιέων, ενώ ανατολικά των εκβολών του ποταμού (δηλ. στην παλιά κοίτη του ποταμού) βρίσκεται το λιμάνι της Αμφίπολης και ένα ιχθυοτροφείο.
Ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι οικισμοί που βρίσκονται στους πρόποδες του όρους Παγγαίου λόγω της «Παγγειορίτικης» αρχιτεκτονικής που τους χαρακτηρίζει. Ο ∆ήµος Αμφίπολης διαθέτει σχετικά περιορισμένο αριθμό παραλίων, αλλά η παραλία του ∆ήµου αποτελεί το μοναδικό παράκτιο χώρο του Ν. Σερρών. Κυρίως στην πλαζ των Ν. Κερδυλίων συγκεντρώνεται κάθε καλοκαίρι πλήθος τουριστών που συμβάλλουν στην περιορισμένη τουριστική ανάπτυξη του ∆ήµου.
Χλωρίδα – βλάστηση - πανίδα
Η διαμόρφωση της βλάστησης ξεκινά στην αµµώδη παραλιακή ζώνη όπου λίγες φυτοκοινότητες διατηρούν στοιχεία οργανωμένης βλάστησης, αποτελούμενα κυρίως από αµµόφιλα και αλόφιλα στοιχεία. Στα δυτικά, αμέσως μετά την παραλιακή ζώνη, αρχίζει η μεσογειακή αείφυλλη-σκληρόφυλλη βλάστηση. Παρόχθια του Στρυµόνα και των διαφόρων χειμάρρων που καταλήγουν στον Στρυµονικό Κόλπο, τη βλάστηση συνιστούν υδρόφιλα στοιχεία µε κυρίαρχες φυτοκοινωνίας πλατάνων, ιτιών και λευκών. Έτσι, η βλάστηση της ευρύτερης περιοχής μελέτης μπορεί να διακριθεί στις εξής κατηγορίες: παράκτια βλάστηση, υδρόφιλη και παραποτάµια βλάστηση, και μεσογειακή αείφυλλη-σκληρόφυλλη βλάστηση.
Επίσης, η περιοχή διαθέτει πλούσιους δασικούς πόρους αφού τα δάση καταλαμβάνουν 54.800 στρ. Μεγάλο ποσοστό των δασικών εκτάσεων είναι δασοσκεπείς. Ιδιαίτερα δασοσκεπείς είναι οι περιοχές που γειτνιάζουν µε τον παράκτιο χώρο µε δάση οξιάς και ελάτου. Αν και από τα δάση παράγεται σημαντικό ξυλαπόθεµα αυτό λόγω της ποιότητας του, μπορεί να
χρησιμοποιηθεί µόνο ως καυσόξυλο (οξιά, πλατύφυλλα), ενώ μικρές είναι οι ποσότητες της εκμεταλλεύσιμής λεύκης. Η παραγωγή βοσκήσιμης ύλης δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών της τοπικής κτηνοτροφίας.
Ορισμένες περιοχές στην παραλιακή ζώνη καλύπτονται από τυπική μακία (θαμνώδη) βλάστηση µε κυρίαρχα είδη τα ρείκια και την κουμαριά. Ορισμένες άλλες καλύπτονται µε είδη φυλλοβόλων θάμνων, που αναπτύσσονται πάνω από τη ζώνη των αείφυλλων θάμνων, σε μίξη µε το πουρνάρι και περιλαμβάνουν θαµνόµορφα δένδρα ειδών δρυός, καθώς και θάμνους των ειδών γαύρος και φράξος. Ο τύπος των φυλλοβόλων θάμνων καλύπτει μεγάλες εκτάσεις στα χαμηλά υψόμετρα και κυρίως γύρω από τα ημιορεινά και ορεινά χωριά και κωμοπόλεις.
Τα είδη ορνιθοπανίδας που απαντώνται στην περιοχή του Στρυµονικού Κόλπου ταξινομούνται γενικά σε πέντε οικολογικές ομάδες.
α) Τα υδρόβια είδη κατανέμονται κυρίως στις εκβολές του Στρυμόνα. Από τις υπόλοιπες υγροτοπικές περιοχές χρησιμοποιούν ιδιαίτερα τα έλη νότια της Κοινότητας Νέων Κερδυλίων. Τα περισσότερα είδη (16 από τα 23 που απαντώνται στην ευρεία περιοχή) διαχειμάζουν στην περιοχή του κόλπου. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ανάμεσα στα είδη που χρησιμοποιούν την περιοχή ή την χρησιμοποιούσαν στο παρελθόν βρίσκονται και παγκοσμίως απειλούμενα είδη όπως η Νανόχηνα, η Λαγγόνα, ο Αργυροπελεκάνος, ο Ροδοπελεκάνος κ.λ.π. Από τα 23 υδρόβια είδη που καταγράφηκαν στην περιοχή έρευνας τα οκτώ περιλαμβάνονται στο Παραρτημα Ι της Κοινοτικής Οδηγίας 79/4094 και τα εννέα στο Κόκκινο βιβλίο.
β) Τα αρπακτικά είδη που συνολικά στην περιοχή φιλοξενούνται 15 είδη ηµερόβιων αρπακτικών των οικογενειών «Accipitridae» (Αετίδες) και «Falconidae» (Ιερακίδες) και πέντε είδη νυκτόβιων των οικογενειών «Strigidae» (Γλαυκοειδή) και «Tytonidae» (Τυτονίδες). Από τα είδη αυτά, τα έντεκα περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Κοινοτικής Οδηγίας 79/409 και τα πέντε στο Κόκκινο βιβλίο (Καρανδεινός, 1992).
γ) Τα παρυδάτια είδη είναι λίγα στον αριθµό, παρά το γεγονός ότι κατά µήκος της παράκτιας ζώνης της περιοχής µελέτης υπάρχουν υπολείµµατα υγροτόπων, καθώς αυτά σήµερα δεν φαίνεται να διαδραµατίζουν ιδιαίτερο ρόλο για τη διατήρηση των παρυδάτιων πτηνών που είναι τα πιο χαρακτηριστικά είδη της ορνιθοπανίδας στους υγροτόπους. Ο κατακερµατισµός τους ή η αποξήρανσή τους είναι η αιτία που στην περιοχή απαντώνται σχετικά λίγα παρυδάτια είδη (συνολικά 22 από τα οποία τα 11 περιλαµβάνονται στο Παράρτηµα Ι της Κοινοτικής Οδηγίας και έξι στο Κόκκινο Βιβλίο). Τα περισσότερα από τα παρυδάτια είδη είναι περαστικά από την περιοχή. Ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η παρουσία του Γελαδάρη (Bubulcus ibis) στις ακτές του Στρυµονικού κατά την φθινοπωρινή µετανάστευση που αν και κοινό στη δυτική Ευρώπη στην Ελλάδα εµφανίζεται πολύ σπάνια (Goutner et al., 1992). Οι σηµαντικότερες περιοχές στο Στρυµονικό Κόλπο για τα παρυδάτια είναι οι εκβολές του Στρυµόνα και τα έλη νότια της Κοινότητας Ν. Κερδυλίων. Τα µεταναστευτικά χρησιµοποιούν τις έρηµες ακτές της παράκτιας ζώνης ως τόπο ξεκούρασης κατά τη µετανάστευσή τους.
δ) Τα θαλασσοπούλια κατανέμονται στη θάλασσα και στις ακτές του Στρυµονικού Κόλπου. Τα περισσότερα από αυτά (εννέα από τα δώδεκα που καταγράφηκαν στην περιοχή) είναι μεταναστευτικά και χρησιμοποιούν τον οικότυπο του Κόλπου για να τραφούν και να ξεκουραστούν. Μερικά από τα είδη που απαντώνται στην περιοχή είναι ο Μύχος, οι γλάροι και τα γλαρόνια (οικογένειες «Procellariidae», «Laridae» (Λαρίδες) και «Sternidae»).
Όσον αφορά στα θηλαστικά στην περιοχή μελέτης (Ε.Κ.Β.Υ., 1999) παρατηρήθηκαν τα εξής είδη: σκαντζόχοιρος, κηποµυγαλίδα, µυοκάστορας, νανοποντικός, σταχτοποντικός του Abbott, τσακάλι, αλεπού, νυφίτσα, κουνάβι, βίδρα και αγριόγατα, ενώ από την κατηγορία των ερπετών απαντήθηκαν η μεσογειακή χελώνα, ο τυφλίτης, η πράσινη σαύρα, η σµαραγδοσαύρα, ο λαφιάτης, ο σαπίτης, το νερόφιδο και το λιµνόφιδο, καθώς και πλήθος αμφιβίων.
Περιβαλλοντικά προβλήματα
Στο ∆ήµο Αμφίπολης αναγνωρίζονται σήμερα αρκετά περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως αυτά περιγράφονται παρακάτω. Η ισορροπία του οικοσυστήματος δυτικά του ∆έλτα του ποταμού Στρυμόνα διαταράσσεται από παράνομες ανθρώπινες δραστηριότητες. Πιο συγκεκριμένα, καταστρέφονται οι παρόχθιες καλαμιές που αποτελούν καταφύγιο και μέρος εκκόλαψης για τα πουλιά και τα ψάρια της περιοχής, από τις αυτοσχέδιες και επικίνδυνες προβλήτες των ντόπιων αλιέων που χρησιμοποιούνται για τον ελλιμενισμό των σκαφών τους.
Επιπλέον, η χερσαία και θαλάσσια πανίδα της περιοχής του ∆έλτα και των μικρών νησιών του Στρυµονικού κόλπου απειλείται σε ένα βαθμό από το παράνομο κυνήγι και ψάρεμα στην περιοχή. Η περιοχή επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο µε την οπτική και αισθητική όχληση που προκαλούν τα διάσπαρτα απορρίμματα στην περιοχή.
Επιπλέον, ο οικολογικός χαρακτήρας του ∆έλτα του ποταμού πλήττεται µε φαινόμενα ευτροφισμού εξαιτίας των φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων από τις παρόχθιες καλλιέργειες και των αποβλήτων, προσθέτοντας ένα ακόμα πρόβλημα μετά την αποξήρανση που υπέστη η λίμνη του Αχινού (μεταξύ των στενών της Αμφίπολης και του χωριού Αχινός) για γεωργική εκμετάλλευση τη δεκαετία του 1930. Ακόμα, διάβρωση του οικοτύπου του Στρυμόνα και αλλοίωση του φυσικού τοπίου των εκβολών του ποταμού προκαλείται από µία μονάδα αμμοληψίας (συγκεκριμένα στις ανατολικές όχθες του) που λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα και έκλεισε μετά από διαμαρτυρίες των κατοίκων για την ανεξέλεγκτη λειτουργία της στις εκβολές του Στρυμόνα.
Ένα ακόμα υφιστάμενο περιβαλλοντικό πρόβλημα της περιοχής μελέτης, είναι η ρύπανση των εδαφών και των υπόγειων υδροφόρων συστημάτων µέσω της αποστράγγισης των απορριμμάτων εξαιτίας της λειτουργίας Χώρων Ανεξέλεγκτης ∆ιάθεσης Απορριμμάτων (ΧΑ∆Α), που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Επιπρόσθετα, η ύπαρξη των ΧΑ∆Α θέτει ζητήματα αισθητικών οχλήσεων και υποβάθμισης του περιβάλλοντος στους χώρους αυτούς λόγω του ανεξέλεγκτου χαρακτήρα τους, ενώ δημιουργούνται και εστίες πιθανής ανάφλεξης – αυτανάφλεξης µε κίνδυνο πυρκαγιάς.
Τέλος, δημιουργείται κίνδυνος υφαλµύρωσης του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα από την ανυπαρξία ενός ενιαίου τρόπου αντιμετώπισης των αναγκών του ∆ήµου σε ύδρευση και άρδευση και την κάλυψη των αναγκών αυτών από γεωτρήσεις.